Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΕΟΡΤΙΑ

“Επιτέλους φεύγει το 2016!”

Γύρισα και κοίταξα με μισό μάτι τον Διόνυσο, ο οποίος στόλιζε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πρύμνη της βάρκας μου.

“Σου είπα ότι θέλω να νιώσω την θαλπωρή των εορτών;”
“Ποτέ δεν σε ρωτάω. Γιατί το κάνεις θέμα τώρα; Α τα ‘μαθες; Πέθανε ο Κάστρο;”
“Σώπα, ρε!”, σάρκασα τραβώντας κουπί.
“Αφού αν δεν πω καμιά μαλακία, δεν το ανοίγεις το στόμα σου.”
“Δεν έχω διάθεση.”, μουρμούρισα και κοίταξα στην προβλήτα που περίμενε κόσμος για απέναντι.
“Από τότε που γεννήθηκες! Λες να έχουμε πάλι κανέναν διάσημο;”, κοίταξε μέσα από τα κιάλια του ανυπόμονα ο Διόνυσος.
“Μπα. Τα συνηθισμένα. Τροχαία. Άμαχοι.”, απάντησα στεγνά.
“Γλύκανε λίγο, πανάθεμα σε! Γιορτές πλησιάζουν! Μέρες αγάπης!”, με σκούντηξε ο Διόνυσος.
“Για πες το λίγο σε αυτούς να δω κάτι.”, του δείχνω με το βλέμμα του τους πεινασμένους, τους άμαχους. Ο Διόνυσος δεν το έβαλε κάτω.
“Εσύ τους συμπαθείς τους θνητούς. Τι σε έπιασε;”
“Ο κόσμος χρειάζεται ένα τεράστιο reset. Να εξαφανιστούν όλοι οι καριόληδες και οι καριόλες από τον γαλαξία τούτο. Μέρες αγάπης… Τι περιμένεις από έναν κόσμο που αντί να στηθεί δίπλα στους συνανθρώπους που έχουν ανάγκη, αποφασίζουν να στηθούν στην σειρά σαν τα ζωντανά στη σφαγή, για να αγοράσουν με εξήντα τοις εκατό έκπτωση gadgets; Χίλιες φορές να βλέπω δεινόσαυρους και αμοιβάδες!”
“Δεν είναι όλοι το ίδιο, ρε! Τι στο καλό; Εγώ θα κάνω εσένα τώρα; Όταν τα έλεγα εγώ, μόνο τον Κούγια που δεν είχες προσλάβει για την υπεράσπιση του ανθρώπινου γένους!”
“Όταν τους έκαιγα στην πυρά με έλεγαν απάνθρωπο…”, ακούστηκε ο Χίτλερ να παραμιλάει πιο πέρα.
“…ΣΚΑΣΕ!”, του φωνάξαμε ταυτόχρονα με τον Διόνυσο.
“…κι είχαν δίκιο. Όσο και να έχω επίγνωση της τότε παράνοιας μου, άλλη τόση πρέπει να έχεις κι εσύ, βαρκάρη! Τα πνεύματα τιμωρούμαστε όχι προς συμμόρφωση, αλλά προς κατανόηση. Μέχρι κι εγώ το έμαθα αυτό, εσύ ακόμη;”, είπε ο Αδόλφος.
“Κατάφερες τον Αδόλφο να γίνει λογικός. Ο ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ, ΜΑΛΑΚΑ! ΤΙ ΖΩ Ο ΠΟΥΣΤΗΣ!”, γέλασε υστερικά ο Διόνυσος χτυπώντας το μέτωπο του με την παλάμη του.

Πλησίασα απειλητικά τον Αδόλφο. Εκείνος με κοίταξε κατάματα.

“Ναι. Δεν αστειεύομαι. Κατανόησα. Μου πήρε αρκετό καιρό. Η παράνοια, ξέρεις, μπορεί να μείνει κουσούρι και μετά θάνατον. Παρατήρησε τον Σίσυφο. Τον πλησίασε χθες ο Ερμής και του είπε για νιοστή φορά ότι δεν υπάρχει λόγος να σπρώχνει τον βράχο πάνω στο βουνό. Εκείνος τον έβρισε και συνέχισε. Μερικές φορές είμαστε υπεύθυνοι για την ανακύκλωση των βασάνων μας, Χάρε. Μερικές φορές όμως υποφέρουμε εξαιτίας εξωτερικών παραγόντων, τους οποίους δεν μπορούμε να τους ελέγξουμε. Δεν μπορείς να κατηγορείς ένα σύνολο εξαιτίας ενός σκάρτου δείγματος.”, ολοκλήρωσε και συνέχισε τον περίπατό του.
“Όσο κι αν έχω μείνει λίγο μαλάκας, δεν μπορώ να μην νιώσω λίγη αισιοδοξία!”, είπε με θαυμασμό ο Διόνυσος.
“Καμία αισιοδοξία.”, μουρμούρισα.
“Σάλτα και γαμήσου πια! Γιατί όχι;”, αγανάκτησε ο φίλος μου.
“Πόσες δεκαετίες ΜΕΤΑ θάνατον χρειάστηκαν για να καταλάβει ο Αδόλφος ότι ήταν ένας κατά συρροή παρανοϊκός δολοφόνος παύλα δικτάτορας;”

Ο Διόνυσος ανοιγόκλεισε έκπληκτος το στόμα και τα μάτια του.
“I rest my case.”, ψιθύρισα κλωτσώντας το χριστουγεννιάτικο δέντρο στα νερά του Αχέροντα.


Ο όχι και τόσο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Ο ΧΑΡΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ

“Άνοιξέ μου, θα σου σπάσω το κρανίο!”, άκουσα την φωνή του Διόνυσου να με απειλεί έξω από την πόρτα.
“Ο Χάρος Χάρου αυτή την στιγμή είναι σε δρομολόγιο. Αφήστε το μήνυμα σας μετά την χαρακτηριστική καμπάνα. Για το μήνυμα στα κινέζικα πατήστε μηδέν…”
“Έχεις γαμηθεί φέτος! Δεν έχεις αφήσει ούτε έναν γαμάτο καλλιτέχνη!”, συνέχισε να ωρύεται ο Διόνυσος.
“Ενώ όσο ήταν ζωντανοί τους εκτιμούσατε. Δεδομένους τους είχατε και μετά σας έπιασε ο πόνος! Κι εσύ μαζί με τους θνητούς!”
“Α μπα! Έτσι θα μιλάμε τώρα; Εσύ μέσα κι εγώ απέξω; Άνοιξε, κοκαλιάρη! Που μόλις ήρθες σε επαφή με τους ανθρώπους έπαθες κοκομπλόκο και ξανάγινες ερημίτης!”
Άνοιξα την πόρτα με την ρόμπα και τις παντόφλες. Τον αγριοκοίταξα κι εκείνος έβαλε τα γέλια.
“Είσαι τόσο μαλάκας! Έφερα πίτσα να δούμε την νέα ταινία Xmen.”
“Πρέπει να ξυπνήσω νωρίς για δουλειά”, μουρμούρισα μπαίνοντας κάτω από το σεντόνι.
“Πρόβλημα σου. Εγώ θέλω να την δω.”, είπε και στρογγυλοκάθισε δίπλα μου ανοίγοντας το κουτί της πίτσας στο κρεβάτι.
Εφόσον έκανε τον κόπο, δεν θα έλεγα όχι σε μερικά κομμάτια πίτσα.
“Τις είδες τις εκλογές;”, ρώτησε ανάλαφρα εκείνος.
“Δεν χρειάστηκε. Άκουγα τα μπινελίκια του Λίνκολν. Καλά να πάθουν!”, είπα και συνέχισα να τρώω την πίτσα.
“Δεν τους λυπάσαι καθόλου, ρε μαλάκα;”, απορεί εκείνος.
“ΤΙ ΝΑ ΤΟΥΣ ΛΥΠΗΘΩ, ΡΕ; Πού οι μισοί το ξύνουν στο σπίτι τους, δεν ψηφίζουν και μετά διαμαρτύρονται για τον Τραμπ;”, αρχίζει να γυαλίζει το μάτι μου.
“E τι, να ψήφιζαν την Χίλαρι;”
“Όχι, ρε φίλε! Να πάνε να κάτσουν μπροστά από το Καπιτώλιο και να μην σηκώσουν κώλο αν δεν έφερναν κάποιο που γούσταραν. ΚΑΛΑ ΝΑ ΠΑΘΟΥΝ! Σαν τους Έλληνες που κλαίγονται όλη μέρα για την κρίση. Σκατά στα μούτρα τους κι αυτοί. Κοπανιούνται για τον Τραμπ στα σόσιαλ μίντια, αλλά δεν βλέπουν τα χάλια τους που έβαλαν Νεοναζί στη Βουλή! ΧΕΣΤΗΚΑ, ΔΙΟΝΥΣΕ! ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΠΑΡΕ-ΔΩΣΕ! Δεν μαθαίνουν ποτέ και τίποτα! ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΤΟΥΣ!”
“Νομίζω ότι είσαι λίγο σκληρός!”, προσπαθεί να με κατευνάσει ο Διόνυσος.
“Σκληρός ήταν ο Bruce Willis. Εγώ είμαι απλώς ειλικρινής. Άσε με να δω τον Xavier να βάζει δαχτυλάκι στον εγκέφαλο του!”, μπουκώνομαι με ένα κομμάτι πίτσα.
“Πάντως όσο και να το παίζεις αδιάφορος, έριξες το βλεφαράκι σου στα σόσιαλ μίντια να δεις τι γράφουν οι θνητοί.”, πέταξε χαμογελώντας στραβά.
“Δεν είμαι αδιάφορος. Εκνευρισμένος είμαι. Αν και δεν θα έπρεπε. Τόσους αιώνες τα ίδια σκατά κάνουν. Πού θα πάει; Θα το συνηθίσω.”
“KAI ΘΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ ΚΑΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΜΕ ΞΑΝΘΟ ΠΕΡΟΥΚΙΝΙ!”, ακούω τον παππού Χάος να φωνάζει έξω από την βάρκα.
Δυστυχώς το τέρας της Αποκάλυψης είστε εσείς και οι επιλογές σας. Εμάς τους αθάνατους μην μας μπλέκετε με τις μαλακίες σας.


Ο όχι και τόσο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.

Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

Ο ΧΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ

Σας γνωρίζω από την πρώτη στιγμή που ανοίξατε τα μάτια σας σε τούτον εδώ τον πλανήτη. Ο φόβος ήταν το πρώτο συναίσθημα που γνωρίσατε μόλις εγκαταλείψατε την μήτρα της μητέρας σας. Ο φόβος ήταν εκεί λίγο πριν πραγματοποιήσετε τα πρώτα σας βήματα δίχως την βοήθεια κάποιου. Σας είδα όμως να θριαμβεύετε. Να περπατάτε. Να τρέχετε. Να αγαπάτε. Να επιτυγχάνετε μικρά και μεγάλα θαύματα. Μόνοι σας.

Είναι δύσκολο να αποφασίζεις χωρίς να φοβάσαι. Μπορώ να το καταλάβω. Μα η ζωή σας δόθηκε για να την ζήσετε. Όχι για να φοβάστε. Σας παρακολουθώ όλες αυτές τις εβδομάδες. Νιώθετε μόνοι. Όπως τότε που βγήκατε από την μήτρα. Όπως λίγο πριν κατορθώσετε να κάνετε τα πρώτα σας βήματα. Φοβισμένοι για το παρόν. Φοβισμένοι για το μέλλον. 

Θα ήθελα να σταθείτε για λίγο μόνοι στην ησυχία της νύχτας. Μόνοι σας. Ποιος σας κρατά τώρα το χέρι; Κανείς. Ποιος θα σας κρατά το χέρι αύριο; Κανείς. Υπάρχουν μερικές ψευδαισθήσεις ασφάλειας. Αν δεν έχετε επιτύχει ποτέ μόνοι σας κάτι, είναι λυπηρό. Διότι ποτέ δεν θα μάθετε. Θα αναγκαστείτε. Τότε θα είναι διπλά επίπονο. Ο φόβος είναι ένστικτο. Πρωτόγονος. Για να μαθαίνετε να αποφεύγετε επικίνδυνες καταστάσεις όπως την φωτιά, τον γκρεμό ή τα σαρκοβόρα ζώα. 

Γνωρίζετε ποια είναι στις μέρες μας η φωτιά; Ποιος ο γκρεμός; Ποια τα σαρκοβόρα ζώα; Φοβάστε να ζήσετε. Φοβάστε να αγαπήσετε. Φοβάστε να δημιουργήσετε. Επειδή έτσι σας έμαθαν. Γιατί; Επειδή φοβούνται για το πόσο ικανοί είστε για να πραγματοποιήσετε μικρά και μεγάλα θαύματα. Επειδή τα σαρκοβόρα ζώα δεν είναι πια εκείνα που βλέπετε στην άγρια φύση ή στους ζωολογικούς κήπους. Είναι ανάμεσά σας. Τους γνωρίζετε. Πολλές φορές αφήνεστε στο να σας καθοδηγούν, να σας δώσουν δουλειά, να φάνε από το χέρι σας. Γιατί; Επειδή σας έχουν πείσει ότι εκείνοι μπορούν κι εσείς όχι. Κι εσείς το αποδεχτήκατε. Επειδή φοβάστε να αποφασίσετε μόνοι σας. Επειδή σας δείχνουν εικόνες καταστροφής του μετά. Δεν βλέπετε τις εικόνες καταστροφής του τώρα; Του χθες; Τις βλέπετε. Αλλά δεν μαθαίνετε από αυτές.

Όμορφα παραμύθια. Όμορφα ψέματα. 

Άσχημοι άνθρωποι. Πόσο σας έκαναν να ασχημύνετε τις τελευταίες εβδομάδες. Φοβάμαι για εσάς. Όχι μόνο για το πώς θα διαμορφώσετε το μέλλον σας, αλλά την ασχήμια που δείχνετε ο ένας στον άλλον. Θυμηθείτε το κακό που μπορείτε να κάνετε ο ένας στον άλλον. Αυτός είναι ο χειρότερος φόβος. Θυμηθείτε όμως και το καλό. Την αγάπη. Την αλληλοβοήθεια. Την φιλία.

Ότι κι αν αποφασίστε να είστε ειλικρινείς με τον εαυτό σας. Ότι κι αν αποφασίσετε κάντε το χωρίς τον φόβο των άλλων. Ότι κι αν αποφασίσετε να το κάνετε όλοι μαζί. 

Διότι όπως τραγούδησαν και οι PINK FLOYD:
TOGETHER WE STAND, DIVIDED WE FALL.


Ο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Ο Χάρος και το facebook

Ακούω την εξοργισμένη φωνή του Διόνυσου να με φωνάζει έξω από την βάρκα:

“ΠΑΡΕ ΤΟΝ ΚΟΚΑΛΙΑΡΙΚΟ ΚΩΛΟ ΣΟΥ ΚΑΙ ΒΓΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΒΑΡΚΑ ΤΩΡΑ!!!”

Βγάζω το κεφάλι μου από την μισάνοιχτη πόρτα και του φωνάζω:

“ΟΧΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΑΝΑΓΚΑΣΕΙΣ!”
“Γαμώτονπαλιμπαιδισμόσουμέσα!”, βρίζει μέσα στα δόντια του ενώ διακτινίζεται μέσα στη βάρκα μου.

Είμαι πάνω στο κρεβάτι μου αγκαλιά με μία πίτσα κι ένα redbull. Με αγριοκοιτάζει.

“Τι θα γίνει, ρε μαλάκα; Μια εβδομάδα κλείνεσαι και βλέπεις champions league και τελικούς μπάσκετ και… και…. Και τι σκατά, δηλαδή; Πάμε να πιούμε κανένα ποτό σε κανένα σκυλάδικο στην τελική, αφού θες να μου το παίξεις κάγκουρας!”
“Δεν έχω όρεξη. Θέλω να κάνω αποτοξίνωση.”, μουρμουρίζω μπουκώνοντας ένα κομμάτι πίτσας.
“Ρε με δουλεύεις; Τρως το καταπέτασμα και μου λες δεν έχεις όρεξη και κάνεις αποτοξίνωση;”
“Αποτοξίνωση από τους θνητούς θέλω να κάνω.”, του λέω παρακολουθώντας τον Σπανούλη.

Κλείνει την τηλεόραση. Με αρπάζει από το μπράτσο και διακτινιζόμαστε κάπου στα Εξάρχεια. Καφέδες παγωμένοι και τάβλι. Τους παρατηρώ όλους να κλεφτοκοιτάζουν τα κινητά τους ανά δεκάλεπτο και τσίκι τσίκι να γράφουν ή να χαμογελούν και μετά να συνεχίζουν το παιχνίδι τους.

“Τους βλέπεις; Λες και θα πάθουν τίποτα αν δεν κοιτάξουν το κινητό. 465 ειδοποιήσεις από το facebook κι άλλες τόσες σε twitter και instagram. Ποιος μου έκανε like, ποιος κοινοποίηση; Α δεν έγραψε σχόλιο κάτω από την ανάρτηση μου; Δεν μου κάνει like ο βλάκας στην τέλεια φωτογραφία με το μωρό και το σκυλάκι;;; Θα τον σκίσω στα reports!”
“Τι λες;”, με ρωτάει ο Διόνυσος ενώ κουνάει τα ζάρια παραπέμποντας τα λόγια μου με την παλινδρομική κίνηση του αυνανισμού.
“Αυτά σκέφτονται οι απανταχού facebookάδες, αγαπητό μου παιδί. Άσε που αν πιάσεις συζήτηση με καμία, νομίζει ότι είτε την γουστάρεις, είτε θες να της κάνεις καμάκι. Τα αρσενικά από την άλλη, μιλάνε μεταξύ αστείου και σοβαρού, μπας και ψαρώσουν κανένα γκομενάκι και πηδήξουν. ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΜΟΥ! ΓΙΑ ΚΑΛΟ ΜΕ ΕΦΕΡΕΣ ΕΔΩ;;;”, πετάω δυνατά τα ζάρια και βρίσκονται το ένα μέσα στο ποτήρι με το νερό και το άλλο στον απέναντι ταβλαδόρο που κοιτάζει το κινητό του.
“Ρε αδερφέ, σιγά. Θα σου σκιστεί το πριτι κολάν.”, μου λέει δίνοντας μου το ζάρι.

Του χαμογελώ.

“Ποιο ακάου είσαι, ρε;”

Μου κλείνει το μάτι και χαμογελά πλατιά.

“Τι πας και μπλέκεις με το facebook; Θαρρείς και στο twitter δεν γίνονται αλλαξοκωλιές και κραξίματα; Απλά στο facebook ο κόσμος που τριγυρνά είναι πιο “πρωτόγονος” από το twitter.”

Παίρνω το ζάρι από το χέρι του.

“Κι αυτός, αγαπητέ μου, Διόνυσε, είναι ο ναρκισσιστής τουιτεράς που νομίζει ότι επειδή μπορεί με μία παπαριά tweet να κάνει 500 retweet και 500 favourite ότι είναι ανώτερος από τον μέσο facebookά.”, χαμογελώ στάζοντας φαρμάκι στον τουιτερά που μου δείχνει το μεσαίο δάχτυλο και συνεχίζει να κοιτάει το κινητό του.

Ο Διόνυσος βάζει τα γέλια.

“Έζησες λίγες περίεργες καταστάσεις στο φου μπου και άρχισες κιόλας τις διακρίσεις;”
“Όχι. Έζησα λίγες περίεργες καταστάσεις στο φου μπου κι επέλεξα να μην με ακολουθούν και στις πολλές περίεργες καταστάσεις της καθημερινότητας μου.”


Ο παρόλα αυτά φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Ο Χάρος και η θεωρία της ασχετοσύνης

Έχοντας τελειώσει τα δρομολόγια της ημέρας, νιώθω εντελώς ανίκανος να κάνω το οτιδήποτε. Σέρνοντας τα πόδια μου για να δέσω τη βάρκα στην προβλήτα ακούω ένα τσαχπίνικο βιολί να παίζει το “Hungarian dance No.5” του Brahms. Γυρνάω το κεφάλι και βλέπω τον Albert Einstein να με πλησιάζει παίζοντας το …βιολί του.

“Καλησπέρα, Albert! Πώς κι από δω;”, τον ρωτώ χαμογελώντας.

Συνεχίζοντας να παίζει και στριφογυρίζοντας στον ρυθμό της μουσικής έρχεται κοντά μου.

“Ήρθα για να κανονίσουμε τα γενέθλιά μας!”, χαμογέλασε πονηρά ανεβαίνοντας την σκάλα για την πλώρη της βάρκας μου παίζοντας μια σονάτα για βιολί του Mozart.
“Α.”, κάνω ξερά.

Άφησε το βιολί στην ξύλινη κασέλα με τα σωσίβια, κοιτάζοντάς με απορημένος για την πρωτοφανή έλλειψη ενθουσιασμού.

“Τι σου συμβαίνει;”

Ανασήκωσα αδιάφορα τους ώμους μου.

“Νιώθω ένα βάρος από την προηγούμενη εβδομάδα.”
“Αχα!”, αναφωνεί θριαμβευτικά. “Ξέρω τι έχεις! Πάσχεις από τις παρενέργειες της θεωρίας της ασχετοσύνης!”

Τον κοιτάζω λοξά.

“Albert, πάλι πήγες από τον παππού Χάος;”
“Έλα κάτσε δίπλα μου.”, μου χτυπά το χέρι του στην κασέλα.

Απρόθυμος κάθομαι και τον κοιτάζω ερωτηματικά.

“Ας πούμε ότι αυτό εδώ…”, εμφανίζει ταχυδακτυλουργικά ένα ανθρωπάκι από πλαστελίνη, “είσαι εσύ. Κι αυτό –δείχνει την παλάμη του- είναι ο χώρος στον οποίο ζεις με το έμβιο ή πλέον μη έμβιο περιβάλλον του. Έτσι νιώθεις ξαφνικά κάτι τέτοιο.”, και με το χέρι του συνθλίβει το σκελετωμένο ανθρωπάκι σε μία αξιοθρήνητη επίπεδη μάζα από πλαστελίνη.
“Κάπως έτσι.”, μουρμουρίζω ισιώνοντας τους κάβους.
“Τι έχουν απογίνει τα όνειρα σου;”, με ρωτά παίζοντας το θέμα του Pinocchio του Walt Disney.
“Ο θείος Freud μου είπε να μην τα συζητάω με ξένους.”, χαμογελάω πονηρά.
“Μπαρούφες. Μάλλον τα καταχώνιασες γιατί η ασχετοσύνη του περιβάλλοντος σου δεν σε άφησε να τα πραγματοποιήσεις. Έτσι συμβαίνει συνήθως. Μέχρι να έρθει η κατάλληλη χρονική στιγμή!”, λάμπουν τα μάτια του.
“Σου έχω πει ότι είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως. Μην επιμένεις. Εξάλλου έχω δουλειά.”, του αντιγυρίζω.
“Ναι. Του θανατά.”, με κόβει σοβαρός. “Ούτε κι εσύ δεν το πιστεύεις αυτό που λες. Διαφορετικά γιατί στα κρυφά παίζεις μουσική για τους περαστικούς όταν τριγυρνάς στον θνητό κόσμο;”
“Γιατί είμαι ο Χάρος και μόνο στα κρυφά μπορώ να κάνω αυτό που μου αρέσει. Τι δεν καταλαβαίνεις;”, του λέω πνιχτά.

Ανασηκώνει τους ώμους του.

“Χαράς το πράμα. Εδώ έγινε διάσημος ο Mairilyn Manson!”, συνεχίζει ακάθεκτος.
“Υπονοείς κάτι για την εμφάνιση μου;”, τον κοιτάω στραβά.
“Ο κόσμος ενθουσιάζεται με το διαφορετικό. Ενθουσιάζεται δε περισσότερο όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό που κάνεις το αγαπάς. Αγάπα το λοιπόν και μη σε μέλλει.”, διασκευάζει το «τράβα μπρος» του Χατζιδάκι στο βιολί του.

Του χαμογελώ γιατί είναι ψυχούλα ο Albert. Πάντα αισιόδοξος και μερακλής. Απομακρύνεται ενώ ακόμα παίζει και τον ακούω από μακριά να φωνάζει:

“Τα λέμε απόψε στη βάρκα σου! Θα φέρουμε εδέσματα. Βάλε τα ποτά. Θα πω στον Tesla, στον Αρχιμήδη και στον Διόνυσο να φέρουν τούρτα! Θα παίξουμε και guitar heroes!”
“Θα το κάψουμε, κυρ Albert! Θα το κάψουμε.”, του φωνάζω και εκείνος γελά χαιρετώντας με το δοξάρι του.

Να αγαπάτε αυτό που κάνετε. Στο τέλος θα μείνουν οι στιγμές που ήσασταν πραγματικά ευτυχισμένοι με αυτούς και αυτά που αγαπάτε. Χρόνια μου πολλά και να με χαίρεστε!


Ο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Ο Χάρος και η κατσαρίδα

Ήμουν κουκουλωμένος με το πάπλωμα κι έβλεπα το τελευταίο επεισόδιο από το “The Vikings” τρώγοντας πίτσα, όταν μια έκρηξη διακτινισμού με έκανε να πεταχτώ στο ταβάνι πάνω στο καλύτερο σημείο του επεισοδίου.

“Τι θα γίνει, ρε μάνα;;; Τηλέφωνα δεν υπάρχουν;”
“ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ!”, ουρλιάζει όλο τρόμο με την ρόμπα και τα μπικουτί στο κεφάλι η μάνα μου.
“Ε και τι θέλεις; Να την πάω στο σαλόνι;”, της αντιγυρίζω πατώντας την παύση στο dvd player.
“Να έρθεις να την σκοτώσεις!”, απαίτησε με δάκρυα στα μάτια.
“Ρε μάνα, πάς καλά; Γιατί να σκοτώσω κατσαρίδα στον Κάτω Κόσμο; Ο μπαμπάς γιατί δεν την διώχνει; ”
“Έφυγε πρώτος ο χέστης! ΕΛΑ ΤΩΡΑ ΣΟΥ ΛΕΩ!!!”, τσίριξε η μάνα.

Τι να κάνω. Έβαλα τον πρόχειρο χιτώνα και διακτινιστίκαμε μαζί στο σπίτι της. Φτάνω στο μπάνιο και να σου η μικρή Τερέζα στην μπανιέρα να παίρνει το αφρόλουτρο της. Είμαι με την παντόφλα έτοιμη στο χέρι, όταν γυρνάει πανικόβλητη προς το μέρος μου και τσιρίζει σαν την Janet Leigh στη σκηνή του ντουζ από το Psycho.

“ΒΓΕΣ ΕΞΩ, ΑΛΗΤΗ!!!”, αναφωνεί πετώντας μου αφρόλουτρα, σφουγγάρια και πετσέτες.

Έχω μείνει άναυδος να τρώω στο κεφάλι και στο σώμα ό,τι αντικείμενο μου πετά η κατσαριδούλα, η μικρή Τερέζα που δεν πάτησε το τέζα. Τι ζω πάλι, ο μαύρος!

“Κοπελιά, δεύρο έξω. Έχεις κατασκηνώσει σε ξένο μπάνιο.”, της λέω αφού ανακτώ την ψυχραιμία μου.
“Α μπα! Και πού να πάω δηλαδή; Κατσαρίδα είμαι. Θέλω υγρασία και ζεστασιά.”, μου λέει σταυρώνοντας τις κεραίες της αμυντικά.
“Κανονικά έπρεπε να σε περάσω απέναντι με τη βάρκα μου. Πώς το έσκασες;”, την ρωτώ απορημένος.
“Γύρνα από την άλλη να ντυθώ και θα σου πω.”, με παρακαλεί.

Γυρνάω τα μάτια μου στο ταβάνι και της κάνω την χάρη.

“Λοιπόν; Πώς ξέφυγες από την βάρκα μου;”, την ρωτώ αυστηρός.
“Με βοήθησε ο παππούς Χάος.”, μουρμουρίζει κατεβάζοντας τις κεραίες της.

Ποιος άλλος… Τι να της είπε το στόμα του πάλι και τρομοκρατήθηκε το ζωντανό… εεε… το ψόφιο…. Τέλος πάντων!

“Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να μείνεις εδώ, έτσι;”, της λέω με συμπάθεια. “Ότι κι αν σου είπε ο παππούς, το έκανε για να κάνει πλάκα στη μάνα μου. Τα συνηθίζει κάτι τέτοια.”
“Εννοείς ότι δεν υπάρχει δωμάτιο που θα με σκοτώνουν συνέχεια με παντόφλες και παπούτσια;”, με ρωτά με μάτια γεμάτα ελπίδα.
“Α μπα. Συνήθως μας αρέσει να βασανίζουμε τους θνητούς. Όχι τα ζώα. Αρκετά τραβάτε ζωντανά. Υπάρχει ρήτρα και από τους Θεούς και από τους Δαίμονες. Απλά συμμετέχετε καμιά φορά στα βασανιστήρια των θνητών. Ξέρεις. Καμιά πλουσιογκόμενα που δεν αντέχει την συνομοταξία σας. Αλλά εσείς δεν παθαίνετε τίποτα. Δεν το επιτρέπουμε.”
“Ω μα τι ρατσισμός! Να υπομένουμε τόσα βασανιστήρια επειδή μας θεωρούν απεχθείς. Άνθρωποι… Μόνο με σκυλάκια, γατάκια και μοσχαράκια συγκινούνται. Ενώ εμάς και τα κουνούπια μας σκοτώνουν δίχως δεύτερη σκέψη.”, κουνάει την κεραία της απαξιωτικά.
“Άκου να δεις. Επειδή θέλω να δω το επεισόδιο και βαριέμαι να σε πάω τώρα απέναντι. Δεν έρχεσαι στο δικό μου μπάνιο και σε περνάω αύριο στο σπα του Παραδείσου;”, της κλείνω το μάτι πονηρά.
“Υπάρχει στ’ αλήθεια τέτοιο μέρος;;;”, με ρωτάει χαμογελώντας.
“Ε τι; Ψέματα θα λέμε; Άντε πάμε γιατί είμαι πτώμα… εεε… κουρασμένος και θέλω να φάω.”

Κρύφτηκε πανευτυχής στην τσέπη του χιτώνα μου και διακτινιστίκαμε παρέα στη βάρκα μου. Είναι όμορφο, έως αναζωογονητικό, να βλέπεις την ελπίδα στα μάτια ακόμα και του πιο μικρού και ίσως αποκρουστικού πλάσματος για την ύπαρξη ενός τόπου γαλήνης κι ευτυχίας. Υπάρχει πάντα τόπος για έναν μικρό παράδεισο, ακόμα και για μία ταπεινή, μικρή κατσαριδούλα.


Ο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.

ΥΣ. Καμία κατσαρίδα δεν κακοποιήθηκε ή θανατώθηκε για την δημιουργία αυτού του επεισοδίου.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015

Ο Χάρος και η μέρα του Αγίου Απαυτούλη

Αφού επέζησα της γρίπης σας γράφω πλέον σώος και φρενοβλαβής. Ναι, καλά διαβάζετε: φ ρ ε ν ο β λ α β ή ς .

Είναι οι μέρες του χρόνου που αποφασίζω να διατηρώ χαμηλό προφίλ με φίλους και συγγενείς. Είναι οι μέρες του χρόνου που, τον τελευταίο αιώνα τουλάχιστον, έρχομαι σε δύσκολη θέση …για να μην βρίσω. Η μητέρα κι η γιαγιά μου υπενθυμίζουν ότι είμαι μπακούρης. Οι φίλοι μου προσπαθούν να μου κλείσουν ραντεβού δήθεν τυχαίων γνωριμιών και οι γνωστοί γλυκαναλατίζουν περί ρομαντικών συνευρέσεων με τα έτερα ήμισυ.

Ασφαλώς δεν είναι κακό να ερωτεύεσαι. Ούτε είναι κακό να κάνεις σαχλά και άχρηστα δωράκια (συγγνώμη αλλά τις περισσότερες φορές τα δωράκια και τα λουλούδια αυτής της «γιορτής» είναι παντελώς άχρηστα, εκτός κι αν έχουν σχέση με σεξ). Είναι εκνευριστικό να διαπομπεύεις τον έρωτα σου (βλέπε βαρύγδουπους όρκους στα social media και selfies σε καθημερινή βάση). Είναι εκνευριστικό να νομίζεις ότι διατυμπανίζοντας τον νιώθεις δικαιωμένος στο έτερον ήμισυ. Είναι αστείο να τρως υπό το φως των κεριών, όταν τα απεχθάνεσαι, να ακούς ρομαντική μουσική, όταν δεν θα την άκουγες στο σπίτι σου κι είναι τέλος πάντων μία ανόητη “απόδειξη” των συναισθημάτων σου. Τι δεν καταλαβαίνεις;

Κατά τον Διαφωτισμό στον ρομαντισμό, κυρίαρχο στοιχείο είναι το συναίσθημα αντί της λογικής. Συναίσθημα, όχι σοκολατάκια (καλά αυτό το αντιπαρέρχομαι γιατί τα τσακίζω), ρομαντικά ντινέρ σε εστιατόρια, άχρηστα δωράκια που τα καταχωνιάζεις για να μην νιώθεις αμηχανία. Δώσε ένα ξαφνικό παθιασμένο φιλί. Πάρε το έτερον ήμισυ από το χέρι και άντε μια βόλτα. Φτιάχτου το αγαπημένο του φαΐ, ρε κοπελιά! Τι να το κάνω το αρκουδάκι; Δεν είμαι τριών! Τι να το κάνω το λουλούδι; Είμαι και αλλεργικός. Γιατί να δω το 50 αποχρώσεις του Γκρέι; Δεν είμαι μεγιστάνας ανωμαλιάρης με διαταραγμένη νηπιακή ηλικία (εδώ οι απόψεις διίστανται) που ερωτεύεται φτωχούλα πλην τιμιούλα παρθενούλα και κάνουν παθιασμένο σεξ με βοηθήματα.

Ο Διόνυσος με κοιτάζει ενώ γράφω αυτά και μου κάνει την παλινδρομική χειρονομία του αυνανισμού. Του δίνω ένα μεγαλοπρεπές φάσκελο και με τα δύο χέρια και μου πετάει ένα κουτί προφυλακτικά.

“Σε καλή μου μεριά!”, του χαμογελώ σαρκαστικά βάζοντάς τα στη τσέπη μου.
“Τι σε καλή μεριά, ρε μαλάκα; Αχρησιμοποίητα θα λήξουν.”, μου αντιγυρίζει εκείνος.
“Μην ανησυχείς. Θα τα φουσκώσω στο πάρτι γενεθλίων σου.”, συνεχίζω ατάραχος.
“Ρε ερωτεύσου! Θα ξανανιώσεις!”, με καλοπιάνει.
“Όταν βρω το κουμπί του αυτόματου ερωτευσίματος θα σε ενημερώσω.”, σφουγγαρίζω τη βάρκα ανέμελος.

Διότι θέλει μεράκι ο έρωτας, καμάρια μου. Μεράκι, χιούμορ, ευρηματικότητα, σατανικές πεταλούδες που εισχωρούν στο στομάχι σου κι έναν κεραυνό που σε βαράει κατακούτελα ενώ εσύ περπατάς αμέριμνος.


Ο φιλικός Χάρος της γειτονιάς σας.